Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για την ομάδα που μέσα σε μια 10ετία έγινε το βαρύτερο team brand name του κόσμου: την Μπαρτσελόνα. 
Περίπου 12 χρόνια πίσω, τον Φεβρουάριο του 2001, επισκεπτόμουν για πρώτη φορά το “Καμπ Νου”, ακολουθώντας τον καιρό εκείνο την ΑΕΚ, που έβρισκε μπροστά της την Μπαρτσελόνα στον τέταρτο γύρο του UEFA Cup. Οι Ελληνες της αποστολής επισκεπτόμασταν τον τόπο, την έδρα μιας ξεθυμασμένης έκδοσης της Μπαρτσελόνα, αυτής που έδινε τότε την εντύπωση ότι κυκλοφορούσε περίπου άσκοπα στις διοργανώσεις που συμμετείχε, δίχως υψηλές προσδοκίες και απαιτήσεις από τον εαυτό της.
Είχε χάσει όλους τους τίτλους, είχε χάσει τον Φίγκο από την Ρεάλ, είχε διώξει τον Λουίς Φαν Γκάαλ, είχε ήδη αρχίσει να ζει το “πέτρινο” διάστημά της στην 10ετία.

Τι είχε, για να ζηλέψει κανείς, η Μπάρτσα τον καιρό εκείνο; Ενα λαμπρό και σύγχρονο μουσείο, και τον Ριβάλντο. Ο Γκουαρντιόλα ήταν στις τελευταίες του μέρες ως ποδοσφαιριστής της Μπαρτσελόνα, ο Λουίς Ενρίκε το πάλευε, ο Τσάβι διένυε τον τρίτο του χρόνο στην πρώτη ομάδα και δεν ήταν ακόμη, στα 21 του, αρκετός για να παίρνει την ομάδα στην πλάτη του.
Η επίσκεψη στο φθαρμένο “Καμπ Νου” δεν σ' άφηνε ούτε καν να διανοηθείς ότι επρόκειτο να εξελιχθεί σε Μέκκα του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Αν κάτι έφερα πίσω από εκείνο το ταξίδι ήταν όσα είχα ακούσει από τον πρωτοεμφανιζόμενο εκείνη την εποχή Πέπε Ρέινα (έκανε την πρώτη ευρωπαϊκή εκτός έδρας συμμετοχή του στη Νέα Φιλαδέλφεια), με τον οποίο είχα μιλήσει αρκετά για μια συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο “Βήμα”, για την εκπαίδευση της οποίας έτυχε στο σχολείο της Μπαρτσελόνα, το οποίο εκείνη την εποχή είχε αρχίσει ήδη να αποκτά τη φήμη ότι έχει συγκεντρώσει και εκπαιδεύει μια πολύ καλή φουρνιά ανήλικων ποδοσφαιριστών.
Δώδεκα χρόνια μετά, αυτές τις μέρες, η Μπαρτσελόνα μετρά περισσότερους από 56 εκατομμύρια οπαδούς στα social media. Αρχισε να κερδίζει αυτή την πρωτιά, της δημοφιλέστερης ομάδας στον πλανήτη με μετρητή τα social media ακριβώς 11 χρόνια από εκείνο το ταξίδι μου, δηλαδή τον Φεβρουάριο του 2012, όταν αναδείχθηκε σε ομάδα με την μεγαλύτερη απήχηση παγκοσμίως στα social media. Καταγράφηκε ως η ομάδα με την μεγαλύτερη αναγνωρισιμότητα και απήχηση σε μια κοινωνία που μετρούσε τον καιρό εκείνο περισσότερους από 1,5 δισεκατομμύρια χρήστες, μετά από μια ερευνητική μέτρηση που λάμβανε υπόψη όχι μόνο το “like”, αλλά και την αφοσίωση, την συναναστροφή, την διάδραση, την επαφή του “fan” με το αγαπημένο του αθλητικό brand name.
Σε μια συνάντησή μας για μια τηλεοπτική συνέντευξη την άνοιξη του 2007, τον καιρό που η Μπάρτσα είχε αρχίσει να ξαναλάμπει εκτυφλωτικά, είχα ρωτήσει τον Λορέντσο Σέρα Φερέρ, που τον καιρό εκείνο εργαζόταν στην ΑΕΚ, αν το περίμενε όλο αυτό που συνέβαινε πλέον στη Βαρκελώνη. “Μα όλο αυτό ήταν προγραμματισμένο, δεν ήρθε τυχαία, και να ξέρεις ότι την βρίσκει την Μπαρτσελόνα προετοιμασμένη να το εκμεταλλευτεί, να το διαχειριστεί και να επενδύσει πάνω στο θέαμα για να γίνει ακόμη μεγαλύτερο μέγεθος”, ήταν η αυθόρμητη αντίδραση ενός ανθρώπου που είχε περάσει μια 3ετία ('97-'00) σε διοικητικές – διευθυντικές θέσεις της υποδομής της Μπαρτσελόνα, προτού συμπληρώσει το “ακόμη δεν έχεις δει την τελειοποίηση του παιχνιδιού της”. Φαντάζομαι ότι ο Σέρα Φερέρ είχε στο μυαλό του αυτό που παρακολουθούμε σήμερα. Διότι δεν μπορώ να φανταστώ ότι μπορεί μια ομάδα να παίξει ακόμη καλύτερα. Μπορώ όμως να αντιληφθώ, μέσα από όσα έχω μάθει μελετώντας και παρατηρώντας τη, ότι η Μπαρτσελόνα χρησιμοποιεί την ώθηση που της δίνει η ποδοσφαιρική μηχανή της για να εξελιχθεί σε κάτι πολύ μεγαλύτερο ακόμη και από αυτό που φανταζόταν ο Γιόχαν Κρόιφ όταν της πρότεινε, 33 χρόνια πίσω, να φτιάξει μια ακαδημία και να δοκιμάσει να δημιουργήσει ποδοσφαιριστές.